
Η ελληνική μεταποίηση χρειάζεται εθνική στρατηγική και ευρωπαϊκή στήριξη απέναντι στις γεωπολιτικές πιέσεις της νέας βιομηχανικής εποχής.
Γράφει ο Πάνος Λώλος, Πρόεδρος Συνδέσμου Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδας
Η ελληνική βιομηχανία αποτελεί μέρος μιας παγκόσμιας αλυσίδας, η οποία καθίσταται διαρκώς και περισσότερο αλληλεξαρτώμενη από τις διεθνείς συνθήκες. Προφανώς η διασφάλιση της ανθεκτικότητάς της είναι μια κατεξοχήν εθνική υπόθεση αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποτιμηθούν οι εξωτερικοί παράμετροι που επηρεάζουν την πορεία και την ανταγωνιστικότητά της.
Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι ένοπλες συρράξεις έχουν επηρεάσει αρνητικά τις προμήθειες αγορές, τις μεταφορές, τις εφοδιαστικές ροές, τις δυνατότητες εξασφάλισης πρώτων και δευτερογενών υλών, το κόστος μεταφορών, το κόστος ενέργειας και προφανώς τις επενδύσεις δεδομένου ότι η ρευστότητα των καταστάσεων δεν επιτρέπει την απαιτούμενη σταθερότητα που χρειάζεται για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξή τους.
Η εγχώρια βιομηχανία επηρεάζεται δυσμενέστερα σε σχέση με αρκετούς ευρωπαίους ανταγωνιστές της λόγω γεωγραφικής θέσεως και ειδικότερα λόγω της αδυναμίας ομαλών μεταφορών δια μέσω του περσικού κόλπου και τελικώς της διώρυγας του Σουέζ. Το κόστος ενέργειας και ειδικά της ηλεκτρικής παραμένει σταθερά υψηλό και η μεγάλη ρευστότητα στις αγορές των πρώτων υλών -στις οποίες παρατηρούνται ήδη άμεσα ή έμμεσα ελλείψεις- σε συνδυασμό με τη σημαντική διακύμανση των τιμών τους, ασκούν πιέσεις στη βιομηχανία και ειδικότερα στη μεταποίηση οι οποίες δεν επιτρέπουν προβλεψιμότητα παραγωγής και παραδόσεων ενώ απειλούν την κερδοφορία και μάλιστα όσων είναι στην αγορά των commodities ή έχουν συνάψει δεσμευτικές συμφωνίες.
Η παραπάνω εικόνα επηρεάζεται έτι περαιτέρω δυσμενώς από τον προστατευτισμό των μεγάλων ανταγωνιστών της Ε.Ε., ο οποίος είναι μια πτυχή του γεωπολιτικού ανταγωνισμού και από τις κυρώσεις σε τρίτες χώρες, οι οποίες περιόρισαν τη δυνατότητα προώθησης των ευρωπαϊκών βιομηχανιών σε πρώτες ύλες, περιορίζοντας το ζωτικό χώρο για τις εξαγωγές τους και οδηγώντας έμμεσα και άμεσα σε αύξηση του κόστους ενέργειας.
Η στρατηγική σε δύο άξονες
Η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί σε δυο κατευθύνσεις προκειμένου να διασφαλίσει τις βέλτιστες συνθήκες για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας βιομηχανίας.
Η πρώτη κατεύθυνση είναι η πλήρης αξιοποίηση της υφιστάμενης συγκυρίας μέσω της ανάληψης σημαντικών πρωτοβουλιών της Ε.Ε. που έχουν ως στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε ρυθμιστικό και χρηματοδοτικό επίπεδο. Τέτοιες πρωτοβουλίες είναι το Clean Industrial Deal, το Industrial Accelerator Act, το CRM Act, το Steel and Metals Action Plan, το Critical Medicines Act, το Circular Economy Act και φυσικά το Innovation Fund και ιδιαίτερα το Multiannual Financial Framework που καθορίζει το πλαίσιο χρηματοδοτήσεων για την περίοδο 2028-2034. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλά να παρακολουθεί αλλά να παρεμβαίνει ενεργά στη διαμόρφωση όλων αυτών των πρωτοβουλιών πριν και κατά τη φάση της διαβούλευσης ώστε να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή σύμπλευση με τα συμφέροντα της εθνικής της οικονομίας.
Η δεύτερη κατεύθυνση εκτείνεται της εμπροσθοβαρούς χρήσης των δημοσίων ευρωπαϊκών και αμιγώς εθνικών χρηματοδοτικών πόρων προς όφελος της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης σε συνδυασμό με την ανάγκη ανακούφισης από τις υψηλές τιμές ενέργειας. Τα προγράμματα εξαγγελθέντα μέτρα είναι σαφώς προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά σχεδιασμένα με δεδομένο το προ της σύρραξης στον περσικό κόλπο, η οποία επηρέασε άμεσα και έμμεσα τις εθνικές μας προοπτικές από πλευράς εφοδιασμού. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να διαμορφώσει σταθερή στρατηγική για την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της με στόχο την πολυπόθητη στρατηγική οικονομία της οποίας η σημασία πλέον αναδεικνύεται σημαντικότερη από ποτέ.
Πηγή: Ειδική έκδοση «Σύγχρονη Βιομηχανία» – ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής.